ἐσχατίζω

ἐσχᾰτ-ίζω,
A to be last, to come too late, LXX 1 Ma.5.53 : c. inf., ἐ. παραγενέσθαι ib.Jd.5.28 cod.A.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐσχατίζω — to be last pres subj act 1st sg ἐσχατίζω to be last pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εσχατίζω — ἐσχατίζω (ΑΜ) [έσχατος] έρχομαι τελευταίος, φθάνω πολύ αργά, υστερώ …   Dictionary of Greek

  • ἐσχατιῆς — ἐσχατίζω to be last fut ind act 2nd sg (doric) ἐσχατιά farthest part fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχατιῇ — ἐσχατίζω to be last fut ind mid 2nd sg ἐσχατιά farthest part fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχατιέων — ἐσχατίζω to be last fut part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) ἐσχατιά farthest part fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχατιῶν — ἐσχατίζω to be last fut part act masc nom sg (attic epic doric) ἐσχατιά farthest part fem gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχατίζοντας — ἐσχατίζω to be last pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχατίζων — ἐσχατίζω to be last pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠσχάτισεν — ἐσχατίζω to be last aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έσχατος — η, ο (ΑΜ ἔσχατος, η, ον Α και ἔσχατος, ον) 1. (για τόπους) ο πιο απομακρυσμένος, ο απώτατος, αυτός που βρίσκεται στο ακρότατο σημείο, ο τελευταίος («ἔσχατος θάλαμος», Ομ. Οδ.) 2. (για πρόσ.) χειρότερος, κατώτερος («ο έσχατος τών μαθητών») 3.… …   Dictionary of Greek

  • ՅԵՏՆԻՄ — (եցայ.) NBH 2 0356 Chronological Sequence: Unknown date ձ. ὐστερέω, ὐστερίζω posterior sum, deficio, indigeo, careo ἑσχατίζω moror, tardo. Յետին լինել. մնալ որպէս յետին. անագանիլ. վերջանալ. կասիլ. պակասիլ. նուազիլ. կարօտիլ. զրկիլ. տկար կամ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.